καίπερ


καίπερ
(с причастием) хотя, несмотря на то, что

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "καίπερ" в других словарях:

  • καίπερ — even indeclform (particle) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καίπερ — (AM καίπερ) (σύνδ. εναντ. συν. με μτχ.) αν και, μολονότι, καίτοι (α. «καίπερ χριστιανός, εμίσει... τους ομοθρήσκους του», Παπαδ. β. «καίπερ αὐθάδη φρονῶν», Αισχ. γ. «καὶ νέκυός περ ἐόντος» Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < και (Ι) + βεβαιωτικό μόριο περ] …   Dictionary of Greek

  • Novum Instrumentum omne — Erasmus Novum Instrumentum omne was the first published New Testament in Greek (151 …   Wikipedia

  • Novum Instrumentum — Erasmo. Novum Instrumentum o también conocido como Novum Instrumentum omne es el primer Nuevo Testamento publicado en griego (1516), preparado por Erasmo de Rotterdam (1469 1536) e impreso por Johann Froben (1460 1527) en Basilea. Aunque el… …   Wikipedia Español

  • аще — (аще10000) союз. 1.В зависимой части сложного предлож. в усл. знач. (обычно перед главным предлож.). Если: ˫ако же рече г҃ь. аште принесеши дары свои къ алтареви. и тоу помѩнеши ˫ако братъ твои нѣчьто имать на тѩ. остави даръ свои прѣдъ олтарьмь …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Novum Instrumentum omne — Erasmus Das Novum Instrumentum omne ist die erste Veröffentlichung des Neuen Testaments in Griechisch aus dem Jahr 1516. Sie wurde von Desiderius Erasmus (1469–1536) vorbereitet und von Johann Froben (1460–1527) aus Basel gedruckt. Die erste… …   Deutsch Wikipedia

  • CISTERNA — Graece Δεξαμενη: receptaculum, scil. aquarum, quam ab Γ῾δρείῳ distinguit his verbis Strabo, l. 17. Νυνὶ δὲ καὶ ὑδρεῖα κατεοκδάκασιν ὀρύξαντες πολὺ βάθος, καὶ εν τῶ οὐρανίων καιπερ ὄντων πανίων ὁμοῦ δεξαμενὰς πεποίηνται). Nunc, autem et hydrea seu …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SISYPHUS — Aeoli fil. qui icum Atticam latrociniis infestaret (unde Ovid. Met. l. 13. v. 32. Quid sanguine cretus Sisyphio, furtisque et fraude simillimus illi.) a Theseo occisus est. Hunc Poetae fabulantur eô supplicii genere apud inferos plecti, ut saxum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Ρόδος — Νησί της Δωδεκανήσου, το μεγαλύτερο του συμπλέγματος και το τέταρτο της Ελλάδας μετά την Κρήτη, την Εύβοια και τη Λέσβο) με έκταση 1.398 τ. χλμ. Μαζί με τα νησιά Τήλο, Σύμη, Χάλκη και Μεγίστη (Καστελόριζο) αποτελεί την πρώην επαρχία Ρόδου. Ρόδος… …   Dictionary of Greek

  • ένδηλος — η, ο (AM ἔνδηλος, ον) 1. φανερός, ολοφάνερος 2. (για πρόσ.) γνωστός («καίπερ οὐ βουλόμενοι ἔνδηλοι εἶναι τοις Ἀθηναίοις», Θουκ.) …   Dictionary of Greek

  • δημοκηδής — (τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.). Γιατρός από τον Κρότωνα. Επειδή ήρθε σε προστριβή με τον πατέρα του Καλλιφώνα, επίσης γιατρό, κατέφυγε στην Αίγινα όπου του δόθηκε το αξίωμα του δημόσιου γιατρού. Ύστερα από τρία χρόνια πήγε στην Αθήνα, αλλά μετά… …   Dictionary of Greek